Menu

Aντιεξουσιαστικη Kοινωνικη Oικονομία

Η στέγαση και η διατροφή, στο κοντινό μέλλον, θα αποτελέσουν τις μεγάλες πληγές του πλήθους που τίθεται ολοταχώς εκτός της επίσημης κοινωνίας. Το κράτος ως εγγυητής της κοινωνικής αναπαραγωγής έχει αποχωρήσει από το ιεραρχημένο συλλογικό και έχει μεταθέσει τις ευθύνες στον καθένα ατομικά. Έχεις? – μπορείς, δεν έχεις? – δε μπορείς και αυτό χωρίς καμία πίστωση. Το συλλογικό έχει έρθει στην ευθύνη των από τα κάτω γι’ αυτό η κρίση έχει και άλλη όψη πέρα από τα αντικαταθλιπτικά και την απελπισία.

Ας έχουμε υπ’όψιν ότι η καταστροφή του κοινωνικού ιστού στις πόλεις είναι άλλης τάξης από αυτήν στην επαρχία. Οι μεγάλες πόλεις οδηγούν τους αποκλεισμένους στο παγκάκι και το συσσίτιο. Σε αυτές τις συνθήκες οφείλει να ανταποκριθεί το Μικρόπολις, αν δε θέλει να αυτοκτονήσει πολιτικά και κοινωνικά.

Κολλεκτίβες ή κοινότητα;: o ΕΚΧ στην κοινωνικη προοπτικη

 

Ο όρος κολλεκτίβα που χρησιμοποιείται για τα εγχειρήματα δραστηριοτήτων παραγωγής και υπηρεσιών, νομίζω πως δεν εκφράζει τις αλλαγές που γίνονται στην κοινωνία. Οι κολλεκτίβες ήταν δεμένες με τη γη, με την κατάληψη φεουδαρχικών εκτάσεων και όλοι οι αγρότες δούλευαν και προσπορίζονταν τα αναγκαία χωρίς να ανήκει ατομικά σε κανέναν η κατειλημμένη γη.

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται σήμερα από εγχειρήματα μικροομάδων που αποφασίζουν να κάνουν μια ή περισσότερες εργασίες, ισοκατανέμοντας τα κέρδη και τις απαιτήσεις της δουλειάς που πρέπει να γίνει για να παραχθούν αυτά τα κέρδη. Σε αυτά τα σύγχρονα εγχειρήματα υπάρχουν ορισμένα κενά που δημιουργούν σύγχυση.      

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ότι κολλεκτίβα δεν είναι μια ομάδα ατόμων που μοιράζονται εξίσου τα κέρδη μιας δουλειάς την οποία πραγματοποιούν από κοινού και δεν καθορίζεται από τη σχέση νομιμότητας ή παρανομίας από τους κρατούντες νόμους του κράτους και της επίσημης οικονομίας. Σε αυτήν την περίπτωση, παρόλο που οι όροι είναι σαφώς πιο ευνοϊκοί για όποιον συμμετέχει σε αυτό το εγχείρημα, έχουμε να κάνουμε με μια μικρή συντεχνία που της λείπει η συλλογική αναφορά. Αυτές οι ομάδες, τη μόνη συλλογικότητα που αναγνωρίζουν πραγματικά είναι η συλλογικότητα της ομάδας τους και γι’ αυτό ως επί το πλείστον είναι κλειστές.

Ένα άλλο σημείο αδιευκρίνιστο είναι το αντικείμενο της εργασίας. Θα μπορούσε οποιαδήποτε εργασία και οποιοδήποτε παραγόμενο προϊόν να αποτελέσει τη βάση απασχόλησης, έστω κι αν ισοκατανέμονται τα κέρδη? Ασφαλώς όχι. Γιατί τότε τι θα μας εμπόδιζε να κάνουμε μια κολλεκτίβα μπράβων ή μια κολλεκτίβα παραγωγής βίπερ Νόρα?

Το αντικείμενο της εργασίας οφείλει να απαντήσει σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες (με την παραγωγή ή διάθεση κοινωνικών αγαθών) και όχι απλά σε ατομικές ανάγκες που μπορούν να αυθαιρετούν κατά το δοκούν μέσω του χρήματος.

Δηλαδή, το αντικείμενο της εργασίας ξαναθέτει τα όρια μεταξύ αληθινού και ψεύτικου. Αυτό σημαίνει πως ξαναορίζεται και επαναπροσδιορίζεται η έννοια της πραγματικής ανάγκης, που δεν έχει καμία σχέση με τις ανάγκες της αγοράς.

Γι’ αυτό μια κολλεκτίβα, αν θέλουμε να κρατήσουμε το νόημα της, δεν ασχολείται με το πώς θα μπει ανταγωνιστικά στην αγορά σαν έξυπνος επιχειρηματίας που θα σκαρφιστεί ένα νέο και φτηνό προϊόν, αλλά πως θα ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Αυτές οι ανάγκες έχουν ένα όνομα: επιστροφή στα βασικά, για μια λιτή και αξιοπρεπή ζωή, μια ζωή δηλαδή που αξίζει να τη ζεις.

Εδώ αναδύεται και ένα άλλο σημαντικό ζήτημα, το ζήτημα της προτεραιότητας. Ας δούμε πως μπαίνουμε σε αυτόν τον προβληματισμό. Κατά τη γνώμη μου αυτό που επιχειρούμε να κάνουμε με την κουζίνα, το παντοπωλείο, τα έπιπλα, πιθανώς το βιβλιοπωλείο κλπ, ξεπερνάει τα όρια της κολλεκτιβας και ανοίγεται στις ανάγκες μιας κοινότητας.

Το μεγάλο ρήγμα του EΚΧ είναι η οικοδόμηση μιας μικρής αυτόνομης κοινότητας που ως πρόταγμα μπορεί να δημιουργήσει με το παράδειγμα του και άλλες κοινότητες με τις οποίες μπορεί να έχει ομόσπονδη σύνδεση. Αυτή η ομόσπονδη σχέση μπορεί να οικοδομηθεί άμεσα με άλλα υπάρχοντα εγχειρήματα ατομικά ή συλλογικά και μελλοντικά με δικά μας εγχειρήματα ανάλογα με τη συμμετοχή του κόσμου σε αυτά που ήδη ξεκινάμε μέσα στο χώρο μας.

Τους όρους οικοδόμησης μιας μικρής αυτόνομης κοινότητας τους δημιουργούν από τη μια οι πολλές δραστηριότητες που δυνητικά ενυπάρχουν ως δυνατότητα πραγμάτωσης τους εδώ και τώρα και από την άλλη όλες μαζί έχουν ένα κοινό τόπο συνάντησης και διαβούλευσης. Επιπλέον, η σχέση αλληλεγγύης που αναπτύσσεται μέσα από αυτά τα πλαίσια των επιμέρους δραστηριοτήτων, ξεπερνά την αξιακή της υπόσταση, που κινδυνεύει πάντα να ιδεολογικοποιηθεί και γίνεται σχέση υλικής και αναγκαίας συνύπαρξης.

Η κοινότητα αυτή οικοδομείται, δηλαδή, με όρους άμεσους και χειροπιαστούς επισφραγίζοντας το απελευθερωτικό πρόταγμα: «Υπάρχω γιατί υπάρχεις»

Ο κοινός τόπος συνάντησης και διαβούλευσης ανοίγει άλλους δρόμους και άλλους τρόπους για τα ζητήματα που αφορούν τις δραστηριότητες. Η συνάρθρωση τους μέσα από την οριζόντια σχέση και την αμεσοδημοκρατική δομή συναρθρώνει ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά ζητήματα και δημιουργεί προϋποθέσεις συνθετότερων λύσεων από ότι μπορεί να επιλύσει μια κολλεκτίβα.

Όσο ο εκχ θα πλαισιώνεται από νέες δραστηριότητες στα παραπάνω πλαίσια, άλλο τόσο θα είναι αναγκαία η έξοδος από τον χώρο του κτιρίου μας και για άλλα εγχειρήματα, προκειμένου να καλυφθούν περισσότερες ανάγκες, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα μεγαλύτερο πλέγμα ασφάλειας. Αυτό δε σημαίνει ότι τα άτομα που θα συμμετέχουν στις δραστηριότητες θα έχουν περισσότερα χρήματα, αλλά ότι θα έχουν μεγαλύτερη και ελεύθερη πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες.

Ας έχουμε τέλος υπ’όψιν ότι η κοινότητα θεμελιώνει την κοινή επιβίωση και όχι απλώς τη συναδέλφωση και ακόμη ότι η κοινή επιβίωση σε ένα αστικό περιβάλλον δημιουργεί συνθέσεις προβληματισμών που προκύπτουν από τη συνθετότητα των προβλημάτων.

Ο ΕΚΧ κατά τη μετεξέλιξη του σε κοινότητα, έχει όλα τα πλεονεκτήματα με το μέρος του:

α) όλες οι επιμέρους δραστηριότητες είναι ανοικτές για οποιονδήποτε με μόνο όρο την αποδοχή του πλαισίου του και με μηδενικές οικονομικές προϋποθέσεις για όποιον εντάσσεται σε αυτές.

β) συνθέτει τις δραστηριότητες μέσα από μια ενιαία και οριζόντια διαβούλευση

γ) ο δομικός του χαρακτήρας είναι αμεσοδημοκρατικός

δ) θέτει ζητήματα προτεραιότητας, που σημαίνει ότι επανανοηματοδοτεί τις βασικές ανάγκες

ε) κατοχυρώνει το άτομο με ένα δίχτυ ασφαλείας, με την ελεύθερη πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά που παράγει και διαθέτει, υποβαθμίζοντας το ρόλο του επίσημου χρήματος

στ) έχει τη δυνατότητα να αυτοθεσμίσει δικό του νόμισμα και να δημιουργήσει τράπεζα χρόνου

ζ) δημιουργεί μια δυναμική κίνηση απελευθέρωσης χώρων μέσα από το πλέγμα σχέσεων που εξ’ αντικειμένου προκύπτουν από το εύρος αναφοράς των δραστηριοτήτων του π.χ. παντοπωλείο και παραγωγοί ή έκταση καλλιεργήσιμής γης που το ίδιο έχει στα χέρια του (Αγροτεμαχειο)

η) η ανοικτότητα του είναι επιθετική και δημιουργεί όρους απειλής για το καθεστώς. Γι’ αυτό το εγχείρημα της κοινότητας βγαίνει ως κοινωνική πρόταση και όχι ως προσωπικό βόλεμα.

θ) αποτελεί ρήγμα ανατρεπτικό μέσα στον αστικό ιστό, στον οποίο οι ανάγκες για τα βασικά μονοπωλούνταν, αλλοιώνονταν και αλλοτριώνονταν από αλυσίδες επιχειρήσεων.

Για την αμοιβή

 

Υπάρχει μια προφανής αιτιολόγηση, αυτή της οικονομικής δυσπραγίας που μας κατακλύζει. Όμως μέσα σε πιο πλαίσιο πάει αυτή να καλυφθεί; Και κατά πόσο αυτή μπορεί να καλυφθεί;

Γνώμη μας είναι πως αυτό δεν μπορεί να γίνει για μεγάλο αριθμό ατόμων για οποιαδήποτε δραστηριότητα κι αν πάρουμε ως παράδειγμα.

Ο χώρος είναι περιορισμένος και αυτό δημιουργεί ορισμένα όρια. Αν δε, λάβουμε ως μέτρο, μια αμοιβή που να πληροί τις προϋποθέσεις σχετικής απεξάρτησης από τη μισθωτή εργασία και την ορίσουμε στα 600 €, τότε με όσους είναι αυτή τη στιγμή στις δραστηριότητες παραγωγής ή διάθεσης αγαθών θα θέλαμε για 40 άτομα 24.000 € το μήνα ως καθαρά έσοδα των δραστηριοτήτων τα οποία να διανέμονται στα μέλη. Αν δε σε αυτά προσθέσουμε και τα έξοδα , τότε ο τζίρος θα έπρεπε να ξεπερνά τα 50.000€ το μήνα και τα 600.000 € το χρόνο. Είναι αυτό εφικτό να γίνει μέσα στο Μικρόπολις; Ασφαλώς όχι.

Τι προσδοκούμε λοιπόν μέσα από την αμοιβή; Κάτι πέρα από την οικονομική σχέση που αυτή δημιουργεί. Αυτό το λέω γιατί ορισμένες κουβέντες για «καβάντζα» και ορισμένες άλλες για «απόδοση» που θα ικανοποιεί άμεσα τις ανάγκες μας σε χρήμα.

Αν αυτό ήταν ο άμεσος στόχος, τότε με άλλου είδους δραστηριότητες θα έπρεπε να ασχοληθούμε και όχι με αυτές που έχουμε επιλέξει. Θα μπαίναμε δηλαδή στην ανάγκη έρευνας αγοράς για τρέχοντα προϊόντα μεγάλης απόδοσης και πιθανόν μικρού κόστους. Από αυτή τη σκοπιά μάλλον θα μπαίναμε στη λογική των γκάτζετς και όχι των βασικών μας αναγκών.

Να σημειώσουμε εδώ, ότι η δυσφορία για το ποιος αμείβεται και ποιος δεν αμείβεται, ας πάρει ο καθένας υπ’οψιν ότι αυτή έρχεται δεύτερη. Γιατί η πρώτη δυσφορία είναι για το ποιος έχει και ποιος δεν έχει. Ας κρατηθεί λοιπόν μια ισορροπία και μια ψυχραιμία κι ας αποφασίσουμε να ενταχθούμε στην κοινότητα που δημιουργούμε χωρίς φόβο και καχυποψία. Το αν και πώς θέλει ο καθένας να ενταχθεί ας το αποφασίσει μόνος του, αλλά πρέπει να το πει τώρα και όχι να περιμένει τους άλλους στη γωνία.

Σ

ύ

ν

δ

ε

σ

μ

ο

ι